Η εκπομπή του Διοξειδίου Άνθρακα στην Ελλάδα:

Η γενική εικόνα του ανθρακικού αποτυπώματος της κινητικότητας στην Ελλάδα δείχνει ότι η χώρα εκπέμπει περίπου 50-55 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) ετησίως από την οδική κινητικότητα. Οι μεταφορές αντιπροσωπεύουν περίπου το 20-25% των συνολικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, γεγονός που καταδεικνύει τη σημαντική τους συμβολή στην περιβαλλοντική επιβάρυνση. Η μέση εκπομπή CO₂ ανά επιβατικό αυτοκίνητο στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 118 γραμμάρια ανά χιλιόμετρο, με μικρές διακυμάνσεις ανάλογα με την ηλικία και το μοντέλο του οχήματος. Η αυξανόμενη χρήση ιδιωτικών οχημάτων και η έλλειψη επαρκούς δημόσιας συγκοινωνίας αποτελούν βασικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην υψηλή ανθρακική αποτύπωση της κινητικότητας.

Όσον αφορά τις κατηγορίες οχημάτων, τα ιδιωτικά επιβατικά αυτοκίνητα αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή ανθρακικού αποτυπώματος. Οι εκπομπές τους αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των συνολικών εκπομπών από το οδικό δίκτυο, με τις κινητήρες βενζίνης και πετρελαίου να εκπέμπουν σημαντικά ποσά CO₂. Συγκεκριμένα, περίπου το 60-70% των εκπομπών από την οδική κινητικότητα προέρχεται από επιβατικά αυτοκίνητα. Η μέση ετήσια εκπομπή ανά όχημα κυμαίνεται γύρω στους 2,5-3,5 τόνους CO₂, ενώ η μέση κατανάλωση φτάνει τα 6-8 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα. Η αυξανόμενη κατοχή αυτοκινήτων και η συνεχής χρήση καυσίμων συμβάλλουν στην περαιτέρω επιβάρυνση του περιβάλλοντος.

Τα επαγγελματικά οχήματα, όπως φορτηγά και λεωφορεία, έχουν υψηλότερες εκπομπές ανά χιλιόμετρο, λόγω μεγαλύτερης κατανάλωσης καυσίμου. Συγκεκριμένα, εκπέμπουν περίπου 4-8 τόνους CO₂ ετησίως, με κατανάλωση πετρελαίου που κυμαίνεται από 20 έως 30 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα και εκπομπές περίπου 250-300 g/km. Η συμβολή τους στην συνολική ανθρακική αποτύπωση ανέρχεται στο 20-25%, και η χρήση πετρελαίου αυξάνει το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα.

Τα μέσα μαζικής μεταφοράς, όπως τρένα, μετρό και λεωφορεία, έχουν χαμηλότερο αποτύπωμα ανά επιβάτη σε σύγκριση με τα Ι.Χ., αλλά η συνολική τους συμβολή είναι σημαντική, καθώς αντιπροσωπεύουν περίπου το 10-15% των εκπομπών. Τα λεωφορεία και τρένα χρησιμοποιούν κυρίως ηλεκτρική ενέργεια ή πετρέλαιο, με τα ηλεκτρικά δίκτυα να έχουν το πλεονέκτημα να παράγουν χαμηλότερο αποτύπωμα, ιδίως όταν η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.

Τέλος, τα μηχανοκίνητα μέσα όπως μοτοσικλέτες, τρίκυκλα, ποδήλατα και πεζοί έχουν ελάχιστο 5% ή μηδαμινό ανθρακικό αποτύπωμα. Η τάση για το μέλλον δείχνει μια αυξανόμενη χρήση ηλεκτρικών αυτοκινήτων, η οποία αναμένεται να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών, εφόσον η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Παράλληλα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις, όπως η υψηλή εξάρτηση από ιδιωτικά οχήματα και η έλλειψη ολοκληρωμένων συστημάτων δημόσιας μεταφοράς σε πολλές περιοχές.

Οι πολιτικές προώθησης ηλεκτροκίνησης, η ανάπτυξη δικτύων φόρτισης και η ενίσχυση των βιώσιμων μεταφορών βρίσκονται στο επίκεντρο των προσπαθειών. Η χώρα έχει θέσει στόχους για τη μείωση των εκπομπών από τον οδικό στόλο κατά 40% μέχρι το 2030, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. Το ποσοστό ηλεκτρικών οχημάτων στην Ελλάδα ήταν περίπου 3% το 2022, με στόχο να αυξηθεί σημαντικά μέχρι το 2030, γεγονός που αναμένεται να μειώσει τις εκπομπές κατά 20-30% τα επόμενα χρόνια και να συμβάλλει στην επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για μια πιο βιώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον κινητικότητα.Παρά τη μικρή τάση μείωσης των εκπομπών λόγω της αύξησης των υβριδικών και ηλεκτρικών οχημάτων, η συνολική μετακίνηση με οχήματα καύσης παραμένει η κυρίαρχη. Αυτό οφείλεται κυρίως στην αναγκαιότητα περαιτέρω προώθησης βιώσιμων λύσεων, καθώς και στην ανάγκη βελτίωσης των συστημάτων δημόσιας μεταφοράς. Οι μεταβολές αυτές δείχνουν μια τάση προς την ενεργειακή μετάβαση, αλλά απαιτούνται ακόμα σημαντικές προσπάθειες για την ολοκληρωτική μείωση των εκπομπών από την οδική κινητικότητα.

Η εκπομπή του Διοξειδίου Άνθρακα και σε άλλες χώρες του Εξωτερικού:

Στην Βουλγαρία, ως μια από τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρουσιάζεται σχετικά χαμηλά επίπεδα εκπομπών από την οδική κινητικότητα. Το συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα από τις μεταφορές ανέρχεται περίπου στα 15-20 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως. Τα επιβατικά αυτοκίνητα αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των εκπομπών, με την μέση ετήσια εκπομπή ανά όχημα να κυμαίνεται γύρω στους 2,0-3,0 τόνους CO₂. Τα περισσότερα οχήματα χρησιμοποιούν βενζίνη ή πετρέλαιο, και η μέση κατανάλωση κυμαίνεται στα 6-8 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα. Η χαμηλότερη εισαγωγή ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων περιορίζει περαιτέρω τις δυνατότητες μείωσης των εκπομπών. Ωστόσο, η χώρα έχει προχωρήσει σε μέτρα για την προώθηση καθαρών τεχνολογιών, αλλά η προσαρμογή είναι αργή.

Στην Ρουμανία παρουσιάζεται παρόμοια εικόνα με τη Βουλγαρία, με συνολικές εκπομπές περίπου 20-25 εκατομμυρίων τόνων CO₂ ετησίως από την οδική κινητικότητα. Τα επιβατικά αυτοκίνητα ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εκπομπών, με μέση ετήσια εκπομπή γύρω στους 2,5-3,5 τόνους CO₂ ανά όχημα. Η χρήση βενζίνης και πετρελαίου είναι κυρίαρχη, ενώ η εισαγωγή ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων παραμένει περιορισμένη. Η μέση κατανάλωση κυμαίνεται στα 6-8 λίτρα/100 χλμ. Οι διαρθρωτικές αλλαγές και η προώθηση βιώσιμων μεταφορών βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ρουμανία πρέπει ακόμη να υιοθετήσει πιο φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες.

Στην Ιταλία, ως μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, καταγράφνται σημαντικές εκπομπές από τις μεταφορές, που ανέρχονται περίπου στα 110-120 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως. Τα επιβατικά αυτοκίνητα αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό, με μέση ετήσια εκπομπή γύρω στους 1,8-3,0 τόνους CO₂ ανά όχημα. Η χώρα έχει προωθήσει ενεργά την υιοθέτηση ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων, με το ποσοστό ηλεκτρικών να φτάνει περίπου το 7-10% το 2022, και στόχο να αυξηθεί σημαντικά μέχρι το 2030. Η μέση κατανάλωση κυμαίνεται στα 5-7 λίτρα/100 χλμ. και η συνεχής πολιτική στήριξης της βιώσιμης κινητικότητας συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών.

Στην Ισπανία καταγράφονται περίπου 80-90 εκατομμύριοι τόνοι CO₂ ετησίως από τις μεταφορές, με τα επιβατικά αυτοκίνητα να ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος αυτών. Η μέση ετήσια εκπομπή ανά όχημα είναι περίπου 2,5-3,5 τόνους CO₂, ενώ η μέση κατανάλωση κυμαίνεται στα 6-8 λίτρα/100 χλμ. Η χώρα έχει επιδιώξει την περαιτέρω ενίσχυση των ηλεκτρικών οχημάτων, με το ποσοστό ηλεκτρικών να φτάνει το 8-12% το 2022, ενώ στόχος είναι η σταδιακή μείωση των εκπομπών μέσω πολιτικών βιώσιμης κινητικότητας. Η Ισπανία επενδύει επίσης σε δίκτυα φόρτισης και προωθεί την ανάπτυξη δημόσιων μεταφορών με χαμηλό αποτύπωμα.

Στην Πορτογαλία, με συνολικές εκπομπές γύρω στα 10-15 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως από τις μεταφορές, σημειώνεται πρόοδος στην προώθηση των ηλεκτρικών οχημάτων, με το ποσοστό ηλεκτρικών να φτάνει περίπου το 5-7% το 2022. Τα επιβατικά οχήματα εκπέμπουν κατά μέσο όρο 2-3 τόνους CO₂ ετησίως, με μέση κατανάλωση 5-7 λίτρα/100 χλμ. Η χώρα στοχεύει σε περαιτέρω μείωση των εκπομπών, επενδύοντας σε δίκτυα φόρτισης και ενισχύοντας τα κίνητρα για αγορά καθαρών οχημάτων. Η Πορτογαλία έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ενεργειακή μετάβαση και στη βιώσιμη κινητικότητα.

Σύγκριση των παραπάνω Χωρών:

Οι χώρες αυτές παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα από τις μεταφορές, την υιοθέτηση καθαρών τεχνολογιών και την πρόοδο στην ενεργειακή μετάβαση. Η Ιταλία και η Ισπανία καταγράφουν τις υψηλότερες συνολικές εκπομπές CO₂, λόγω του μεγέθους τους και της πυκνότητας μετακινήσεων. Η Ιταλία, με περίπου 110-120 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως, προηγείται, ενώ η Ισπανία ακολουθεί με 80-90 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Και οι δύο χώρες έχουν κάνει σημαντική πρόοδο στην προώθηση των ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων, με ποσοστά adoption που κυμαίνονται από 7% έως 12% το 2022, συμβάλλοντας στην ενεργειακή μετάβαση και στη μείωση των εκπομπών.

Η Ελλάδα, ως χώρα με μικρότερο πληθυσμό και οικονομικό μέγεθος, καταγράφει συνολικές εκπομπές γύρω στα 30-40 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως, με το μεγαλύτερο μέρος αυτών να προέρχεται από επιβατικά και εμπορικά οχήματα. Η υιοθέτηση ηλεκτρικών οχημάτων βρίσκεται σε αρχικά στάδια, με ποσοστά adoption γύρω στο 3-5%, αλλά η χώρα προωθεί ενεργά την ενεργειακή μετάβαση μέσω κινήτρων και ανάπτυξης υποδομών φόρτισης.

Από την άλλη πλευρά, η Πορτογαλία και η Βουλγαρία, με συνολικές εκπομπές περίπου 10-15 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως, βρίσκονται σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης βιώσιμων μεταφορών. Η Πορτογαλία, που έχει σημειώσει σημαντικές επενδύσεις σε δίκτυα φόρτισης και προωθεί ενεργά την υιοθέτηση ηλεκτρικών οχημάτων, έχει ποσοστό adoption γύρω στο 5-7%. Η Βουλγαρία, με περίπου 15-20 εκατομμύρια τόνους ετησίως, αντιμετωπίζει προκλήσεις στην ενεργειακή μετάβαση λόγω χαμηλότερης οικονομικής ανάπτυξης και περιορισμένων επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες.

Τέλος, η Ρουμανία, με συνολικές εκπομπές περίπου 20-25 εκατομμύρια τόνους CO₂ ετησίως, έχει χαμηλότερο επίπεδο εκπομπών, αλλά χρειάζεται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις σε βιώσιμες τεχνολογίες για να ενισχύσει την ενεργειακή μετάβαση και να μειώσει το αποτύπωμά της.

Συνολικά, όλες οι χώρες επιδιώκουν την ενεργειακή μετάβαση και την αύξηση της χρήσης καθαρών οχημάτων, με στόχο τη σημαντική μείωση των εκπομπών έως το 2030, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές πολιτικές και δεσμεύσεις για κλιματική ουδετερότητα. Αν και βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια, η κοινή τάση είναι η μετάβαση σε πιο βιώσιμες μεταφορικές λύσεις, με την Ελλάδα να αναπτύσσει σταδιακά τις υποδομές και τα κίνητρα που απαιτούνται για την περαιτέρω μείωση του αποτυπώματός της.

Τα παραπάνω στοιχεία για τις λοιπές χώρες προέρχονται από διάφορες στατιστικές πηγές και για αυτό εκφράζεται μία μικρή επιφύλαξη για την ορθότητα τους. Πάντως, σε γενικές γραμμές η κατάσταση που αποτυπώνονται όλα τα στοιχεία για την περιβαλλοντική επίπτωση της οδικής κινητικότητας, θεμελιώνει τη μεγάλη σημασία και την ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος.